πρόσδεγμα

πρόσδεγμα
-έγματος, τὸ, Α [προσδέχομαι]
υποδοχή.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • προσδέγματα — πρόσδεγμα reception neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσδέγματ' — προσδέγματα , πρόσδεγμα reception neut nom/voc/acc pl προσδέγματι , πρόσδεγμα reception neut dat sg προσδέγματε , πρόσδεγμα reception neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”